Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2007
Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2007
The English Reformation—heyday of religious change—spurred a fundamentalist approach to Bible reading, according to new research by a Harvard professor.
"Evangelical reading habits after 1525 were disciplinary, punishing and even demeaning," says James Simpson, Donald P. and Katherine B. Loker Professor of English in Harvard University's Faculty of Arts and Sciences.
In 1525, Protestant reformer William Tyndale translated the Bible into early modern English. Scholars have widely hailed that moment as a liberating step for the literate public, who could suddenly read the Bible on their own terms—without the constraints of priestly interpretation.
Simpson disagrees.
"The 16th-century moment was not the foundation of liberalism, as many historians have maintained, but rather the foundation of fundamentalism," he says. "Anyone who wants to understand how fundamentalism is a product of the modern era must look to its birth in the 16th century."
Tracing the history of biblical translations between 1525 and 1547, or from Tyndale to the death of Henry VIII, Simpson argues that reading in this era became a program of punishment that left believers "persecuted and paranoid." His argument is the focus of a forthcoming book titled "Burning to Read: English Fundamentalism and its Reformation Opponents" (Harvard University Press).
"Evangelicals did not believe that you could be saved through good works, so they looked for signs that the decision had gone their way," Simpson says. "Reading became the locus for salvation or damnation—it was an intense experience in which your eternal fate would be decided."
Prologues to the Bible as well as polemical works helped Simpson to illuminate what the reading experience would have been like for commoners in the 16th century. Tyndale's prologue to the 1525 Bible, for example, highlights the kind of stern warnings offered to private readers.
"If you fail to read it properly, then you begin your just damnation. If you are unresponsive … God will scourge you, and everything will fail you until you are at utter defiance with your flesh," the prologue reads.
According to Simpson, such rhetoric reveals the fundamentalist nature of these early translations, and indicates the extent to which reformers repudiated individual interpretation.
"Reading became a tightrope of terror across an abyss of predestination," Simpson says. "It was destructive for evangelicals, because it did not invite freedom but rather fear of misinterpretation and damnation."
Simpson argues that the history of evangelical reading has important implications for politics in today's world.
"The birth of fundamentalism marked a new kind of modernity which still influences religion today," he says. "As we enter a new period of fundamentalist reading, we had better understand the ways in which the last period in the West produced 150 years of European violence."
Source: Harvard University
http://www.physorg.com/news113748912.html
Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2007
Του Δημητρη Δημητρακου* Καθημερινή, 11.11.2007
Ρίτσαρντ Ντόκινς
Η περί Θεού αυταπάτη
εκδ. Κάτοπτρο
Η συζήτηση πάνω στην ύπαρξη του Θεού δεν είναι καινούργια, αλλά παλιά υπόθεση. Και αναζωπυρώνεται κάθε φορά που ένα νέο βιβλίο προσπαθεί να φωτίσει περισσότερο την υπόθεση. Αυτό συμβαίνει σήμερα με το βιβλίο The God Delusion, του φημισμένου Βρετανού βιολόγου Ρίτσαρντ Ντόκινς, που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό και στα ελληνικά («Η περί Θεού αυταπάτη», εκδ. ΚΑΤΟΠΤΡΟ).
Οπως έδειξε ο Καντ εδώ και δύο αιώνες, δεν ισχύει καμιά λογική απόδειξη όσον αφορά την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του Θεού. Ο Ντόκινς τονίζει, ωστόσο, ότι η ισοσθένεια αυτή είναι φαινομενική, διότι το βάρος της απόδειξης το έχει ο θεϊστής. Ο Ντόκινς, όμως, δεν τονίζει αυτό το σημείο, αλλά ακολουθεί άλλη επιχειρηματολογική στρατηγική για να ακυρώσει την επιλογή του θρήσκου. Θεωρεί ότι, με βάση τα εμπειρικά δεδομένα, είναι «πιθανότερη» η ανυπαρξία από την ύπαρξη του Θεού. Παραβλέπει, όμως, ότι αποδίδουμε πιθανότητες σε γεγονότα που αφορούν τον εξωτερικό κόσμο, με βάση κάποιο γνωστικό υπόβαθρο που ήδη κατέχουμε, όχι όμως σε οντότητες μεταφυσικές για τις οποίες δεν έχουμε –εξ ορισμού– καμιά θετική γνώση. Μπορούμε, και μάλιστα οφείλουμε, σε μια επιστημονική αναζήτηση να θέσουμε εκτός συζήτησης εκ προοιμίου μια τέτοια υπόθεση. Αλλά δεν μπορούμε να την αναιρέσουμε ή να την αποδείξουμε με αφετηρία τις επιστημονικές γνώσεις που έχουμε.
Προϊόν της φυσικής εξέλιξης
Αυτό, όμως, που μπορεί να κάνει ο σύγχρονος στοχαστής είναι να δείξει ότι η θρησκεία είναι ένα ανθρώπινο φαινόμενο, ότι είναι μια κίνηση που ξεκινά «από κάτω προς τα πάνω» και όχι μια αποκάλυψη που δόθηκε «εκ των άνω». Αυτό ακριβώς πραγματοποιεί ο Ντόκινς στο βιβλίο αυτό. Η φυσική εξέλιξη εξηγεί αυτό που δεν μπορεί να εξηγήσει η θρησκεία. Και το θρησκευτικό φαινόμενο, κατά τον Ντόκινς, είναι προϊόν της φυσικής εξέλιξης του ανθρώπου.
Ο συγγραφέας εκθέτει διά μακρών τα επιστημονικά λάθη που περιέχονται στις Γραφές, καθώς και τις βλαπτικές συνέπειες της θρησκευτικής πρακτικής. Η επιχειρηματολογία του είναι πειστική σε πολλά σημεία. Εχει επίσης το πλεονέκτημα της αμεσότητας και της σαφήνειας στην έκφραση, που του δίνουν τη δυνατότητα να εκλαϊκεύει σύνθετες θεωρητικές έννοιες. Καταγγέλλει σε υψηλούς τόνους τον φανατισμό, την αφέλεια και την άγνοια που συνοδεύουν συχνά τη θρησκευτική πίστη. Από ένα σημείο κι έπειτα, όμως, ο αναγνώστης αναρωτιέται αν και ο ίδιος ο Ντόκινς δεν είναι παρόμοια δογματικός με αυτούς που καταγγέλλει και δεν περιπίπτει σε ανάλογες πλάνες.
«Αγιατολάχ του αθεϊσμού»
Η κριτική που του έχει ασκηθεί δεν προέρχεται μόνο από το στρατόπεδο των υπερασπιστών της θρησκείας, αλλά και από τους ανεξίθρησκους. Ορισμένοι, μάλιστα, από τους επικριτές του τον χαρακτηρίζουν ως «αγιατολάχ του αθεϊσμού». Η αλήθεια είναι ότι το επιθετικό του ύφος δεν αφήνει περιθώρια ανοχής για τους διαφωνούντες. Καταδικάζει ως δειλούς και ανειλικρινείς τους οπαδούς του αγνωστικισμού, παραβλέποντας έτσι το γεγονός ότι και ο Μπέρτραντ Ράσελ, τον οποίο τόσο επαινεί, δήλωνε αγνωστικιστής και όχι άθεος. Κατηγορεί για δειλία και υποκρισία ακόμα και σύγχρονες προσωπικότητες από τον κόσμο της επιστήμης, όπως είναι ο επιστημολόγος Michael Ruse και ο βιολόγος S. J. Gould, οι οποίοι συμμερίζονται τις αθεϊστικές του ιδέες, αλλά αντιμετωπίζουν το ζήτημα με μεγαλύτερη νηφαλιότητα.
Ως άριστος χειριστής των μέσων επικοινωνίας που είναι ο Ντόκινς, θεωρεί ότι ο σκοπός του μπορεί να επιτευχθεί όχι μόνο με την προβολή επιχειρημάτων, αλλά δημιουργώντας μεγάλη φασαρία γύρω από τον εαυτό του και το ζήτημα που πραγματεύεται. Με την έννοια αυτή, το βιβλίο του είναι ένα σύγχρονο μανιφέστο του αθεϊσμού, ένα όπλο στα χέρια εκείνου που είναι ήδη στρατευμένος σ’ αυτήν την πίστη. Δεν μπορεί, όμως, να μεταπείσει τον αμφιταλαντευόμενο, αν κρίνει κανείς αντικειμενικά την επιχειρηματολογία του.
Η βάση της τελευταίας είναι ότι στη σύγκριση ανάμεσα στις δύο υποθέσεις περί ύπαρξης και περί ανυπαρξίας του Θεού, η επιστημονική πλάστιγγα θα γείρει προς τη δεύτερη. Δεν λαμβάνει υπόψη, όμως, τη λογική ασυμμετρία ανάμεσα στην επιστημονική υπόθεση και μια «πιστοκρατική» επιλογή, όπως είναι η θρησκεία. Η επιστημονική υπόθεση υπόκειται στον έλεγχο, όχι όμως η πίστη. Η τελευταία ελέγχεται μόνο ως προς το εμπειρικό της περιεχόμενο, όχι ως προς το μεταφυσικό. Το γεγονός ότι στην κοσμική εποχή που ζούμε, δεν αποτελεί η θρησκεία αναγκαίο μέρος της ζωής μας και δεν δέχεται ο σύγχρονος άνθρωπος πολλούς από τους κανόνες και τα δόγματα που επιβάλλει, δεν την ακυρώνουν. Διότι εκφράζει συγχρόνως μια αναγκαία υπερβατολογική ανάγκη που έχει ο άνθρωπος και που δεν πληρούται μέσα στην επιστημονική αναζήτηση. Παραμένει το δέος που εκφράζει ο Καντ στη Δεύτερη Κριτική του (1788).
Το ισχυρό επιχείρημα
Ο Ντόκινς αναφέρεται σε κάτι αντίστοιχο: το δέος που αισθάνεται ο επιστήμονας μπρος στο μεγαλειώδες τοπίο που εξερευνά, όπου προβάλλει η περίπλοκη δομή του κοσμικού συνόλου. Μπρος στη θέαση αυτή, το θρησκευτικό δέος για τον (υποθετικό) δημιουργό του Σύμπαντος πρέπει να θεωρηθεί πεπερασμένο και ελλιπές: αυτό είναι το ισχυρό επιχείρημα του Ντόκινς στο τελευταίο κεφάλαιο. Και μάλλον εδώ βρίσκεται η κύρια προσφορά του σημαντικού αυτού βιβλίου, που ο Ελληνας αναγνώστης μπορεί να διαβάσει σε μια άριστη μετάφραση και γενικότερα προσεγμένη έκδοση. Είναι ένα βιβλίο που πρέπει να διαβαστεί απ’ όλους εκείνους για τους οποίους το πρόβλημα που πραγματεύεται είναι πάντα παρόν και δεν έχει λυθεί προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση.
* Ο κ. Δημήτρης Δημητράκος είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Του Χαρη φαν Φερσεντααλ Καθημερινή, 11.11.2007
Christopher Hitchens
God is not Great:
The Case against Religion
εκδ. Atlantic Books
Πρόσφατα ένας δημοσιογράφος του New York magazine ρώτησε τον Κρίστοφερ Χίτσενς ποια είναι η αγαπημένη του ιστορία από τη Βίβλο. «Η ιστορία όπου ο Ιησούς μεταμορφώνει το νερό σε κρασί», απάντησε εκείνος. «Ποιος θα είχε αντίρρηση σε αυτό;».
Ο Χίτσενς απολαμβάνει το αλκοόλ και το κάπνισμα ενώ, καθώς φαίνεται, απολαμβάνει και τη σχετική φήμη. Ισως επειδή θεωρεί άλλες εξαρτήσεις περισσότερο ανόητες και επικίνδυνες.
Αφού τα έβαλε με τον Χένρι Κίσινγκερ, την πριγκίπισσα Νταϊάνα και τη Μητέρα Τερέζα, ο αιρετικός διανοούμενος και παρίας της Αριστεράς φαίνεται πως βρήκε, επιτέλους, κάποιον στα μέτρα του. «Ο Θεός δεν είναι μεγάλος», μας λέει, και θα περίμενε κανείς μια ολομέτωπη επίθεση εναντίον Του. Ομως ο Χίτσενς εξαντλεί τα φαρμακερά βέλη του στη θρησκεία. Και αυτό δεν είναι καθόλου το ίδιο πράγμα.
Πολύ θυμωμένος
Η βιομηχανία της αμφισβήτησης λειτουργεί με εντατικούς ρυθμούς. Το βιβλίο του Χίτσενς, αρθρογράφου μεταξύ άλλων του Vanity Fair και του προοδευτικού on-line περιοδικού Slate ακολουθεί αυτά των Ντάνιελ Ντένετ, Σαμ Χάρις και Ρίτσαρντ Ντόκινς. Οπως οι περισσότεροι νέοι αθεϊστές, ο Χίτσενς είναι θυμωμένος. Πολύ θυμωμένος. Η θρησκεία, γράφει, είναι «βίαιη, παράλογη, μισαλλόδοξη, συνδέεται με τον ρατσισμό, τον φυλετισμό και τον φανατισμό, βασίζεται στην άγνοια και είναι εχθρική στην απρόσκοπτη έρευνα». Και αυτά είναι μόνο η αρχή.
Εξετάζοντας τη Βίβλο αναφέρει πως δικαιολογεί ενέργειες όπως το δουλεμπόριο, η εθνοκάθαρση, η δουλεία και η μαζική σφαγή. Και όλα αυτά για ένα πουκάμισο άδειο καθώς οι θρησκείες δεν είναι παρά αντιγραφές διαδόσεων γύρω από μια αυταπάτη. Η Παλαιά Διαθήκη είναι γεμάτη αντιφάσεις, λογικά κενά και μεταγενέστερες προσθήκες, ενώ το Κοράνι είναι σε μεγάλο βαθμό σύνθεση δανεισμένων εβραϊκών και χριστιανικών μύθων.
Μπορεί η ακρίβεια και η συνοχή να μην είναι το δυνατό σημείο των θρησκειών. Με το μάρκετινγκ όμως τα πάνε καλύτερα. Ολες οι θρησκείες, γράφει ο Χίτσενς, χρησιμοποιούν έναν ταπεινό προφήτη ή πρίγκιπα που απευθύνεται πρώτα απ’ όλα στους φτωχούς, τους απαίδευτους και τους κατατρεγμένους – δηλαδή την πλειοψηφία. «Τι είναι αυτό, αν όχι λαϊκισμός;», αναρωτιέται.
Καυστικά παραληρήματα
Ολα τα στοιχεία που έχουν κάνει τον Χίτσενς δημοφιλή (κάτι που ο ίδιος ποτέ δεν προσπάθησε πάντως) ή απωθητικό είναι εδώ: χιούμορ και προκλητικότητα, πνεύμα και αυταρέσκεια, ευρυμάθεια και επιπολαιότητα. Τα καυστικά παραληρήματά του κατά της θρησκείας σίγουρα θα προσβάλουν όσους πιστεύουν. Ο Χίτσενς από την πλευρά του αισθάνεται πως απλά επιστρέφει την προσβολή. Προσβολή είναι ότι κάποιοι θέλουν να διδάξουν στα παιδιά τον ευφυή σχεδιασμό. Προσβολή είναι ότι κάποιος Δανός γελοιογράφος τρέμει για τη ζωή του επειδή ζωγράφισε ένα σκίτσο του Μωάμεθ. Προσβολή είναι ότι κάποιος Ολλανδός σκηνοθέτης έχασε τη ζωή του επειδή έκανε ταινία με θέμα τη βία κατά των γυναικών στο όνομα του Ισλάμ. Προσβολή είναι ότι ο Πάπας επιτίθεται στη χρήση του προφυλακτικού όταν το έιτζ θερίζει.
Το επιθετικό, ειρωνικό ύφος του ενδεχομένως να ενοχλήσει και αρκετούς φιλελεύθερους άθεους που θεωρούν τη θρησκευτική πίστη ιδιωτικό ζήτημα. Ο Χίτσενς σωστά θεωρεί πως η θρησκεία έχει εδώ και καιρό εισβάλει στη δημόσια σφαίρα. Και μόνο η ύπαρξη της σαρίας δείχνει ότι η διάκριση δημοσίου/ιδιωτικού είναι τελείως ξένη στο Ισλάμ.
Ο Χίτσενς διατυπώνει τέσσερις αντιρρήσεις για τη θρησκευτική πίστη: παρερμηνεύει την προέλευση του ανθρώπου και του κόσμου, είναι δουλική και σολιψιστική, είναι αποτέλεσμα και αίτιο της σεξουαλικής καταπίεσης (δυστυχώς για τους πιστούς λέει, «ο χριστιανισμός είναι υπερβολικά καταπιεσμένος για να προσφέρει σεξ στον παράδεισο») και στηρίζεται σε ευσεβείς πόθους.
Η θρησκεία, λέει ο Χίτσενς χωρίς ιδιαίτερη πρωτοτυπία, ανήκει στην παιδική ηλικία του είδους μας, όταν ο άνθρωπος ακόμα φοβόταν τον καιρό, το σκοτάδι ή την έκλειψη. Είχε λόγο ύπαρξης όταν προσέφερε εξήγηση γι’ αυτά που δεν μπορούσαμε διαφορετικά να εξηγήσουμε. Ομως το τηλεσκόπιο και το μικροσκόπιο κατέστησαν τη θρησκεία περιττή ή, χειρότερα, την εξέθεσαν. «Σήμερα, το λιγότερο μορφωμένο από τα παιδιά μου γνωρίζει περισσότερα για τη φυσική τάξη απ’ οποιονδήποτε ιδρυτή οποιασδήποτε θρησκείας» γράφει.
Αντιμέτωπη με την πρόοδο της ανθρώπινης γνώσης, συνεχίζει, η θρησκεία θα μπορούσε είτε να κάνει στην άκρη –να αποδεχτεί δηλαδή την αχρηστία και αχρησία της– είτε να αποτελέσει εμπόδιο. Δυστυχώς είναι προγραμματισμένη να κάνει το δεύτερο.
Και το κάνει εμπνέοντας φόβο, ευγνωμοσύνη και υποταγή. «Μόνο ένας σκλάβος ευχαριστεί τον αφέντη του για αυτό που ο αφέντης έχει αποφασίσει να κάνει χωρίς να μπει στον κόπο να τον συμβουλευτεί». Ούτως ή άλλως, όμως, όλα αυτά λίγη σημασία έχουν αφού η επίγεια ζωή δεν αποτελεί παρά προθάλαμο για τον νέο κόσμο μετά την έλευση του Μεσσία.
Σε αυτούς που υποστηρίζουν ότι η θρησκεία προσφέρει ένα κώδικα ηθικής συμπεριφοράς, ο Χίτσενς απαντά πως η θρησκεία –στην καλύτερη περίπτωση– ωθεί τους ανθρώπους να κάνουν τα σωστά πράγματα για τους λάθος λόγους. Οσο για τη χειρότερη... «η θρησκεία έχει κάνει αμέτρητους ανθρώπους... να φέρονται με τρόπο που θα ξάφνιαζε ακόμα και ένα προαγωγό ή στρατιώτη σε εθνοκάθαρση». Αλλωστε, σαρκάζει, το να θεωρείς τη θρησκεία ως νόμο για το δίκαιο και το άδικο, σημαίνει να θεωρείς πως πριν ο Μωυσής λάβει τις δέκα εντολές, οι άνθρωποι ζούσαν με την εντύπωση πως δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα με το να σκοτώνεις, να κλέβεις ή να κοιμάσαι με τη γυναίκα του γείτονα.
Πόλεμος για τον αθεϊσμό
Κάποιοι θα πουν ότι ο Χίτσενς παίρνει τη θρησκεία στην πιο ακραία, φανατική εκδοχή της. Για τον συγγραφέα, όμως, αυτή είναι η και η πιστή ανάγνωση της θρησκείας. Οσο γι’ αυτούς που υποστηρίζουν ότι οι άθρησκοι κομμουνιστές και φασίστες βρήκαν πολλούς μη θρησκευτικούς λόγους για να διαπράξουν τα πιο φρικιαστικά εγκλήματα του εικοστού αιώνα, ο συγγραφέας απαντά πως οι ιδεολογίες τους ήταν στην πραγματικότητα θραύσματα εκκοσμικευμένης θρησκείας. Κανείς ποτέ δεν πολέμησε για τον αθεϊσμό λέει ο Χίτσενς. Αλλά συχνά δίνει την εντύπωση πως αν ο ίδιος μπορούσε, θα το έκανε.
Θα ήταν όμως ένας κόσμος χωρίς θρησκεία ένας καλύτερος κόσμος; Ο Χίτσενς λέει κάθετα «ναι», αλλά μάλλον δεν θα το μάθουμε ποτέ. Η θρησκεία είναι «ανεξίτηλη», γράφει. «Δεν θα εξαφανιστεί ποτέ, ή τέλος πάντων όχι μέχρι να ξεπεράσουμε τον φόβο του θανάτου, του σκότους, του αγνώστου και του άλλου».
Οπως γίνεται συνήθως, το βιβλίο του Χίτσενς θα καταλήξει στα χέρια των άθεων με τον ίδιο τρόπο που τα αντίτυπα της Βίβλου ακουμπούν δίπλα στο προσκέφαλο των πιστών. Οι άνθρωποι προτιμούν αναγνώσματα που απλά ενισχύουν τις απόψεις τους.
Ο Χίτσενς σημειώνει ότι αν χρειάζεται πίστη για να πιστέψεις κάτι ή σε κάτι τότε η πιθανότητα να είναι αλήθεια είναι μειωμένη. Σωστό αλλά όχι αρκετό. Τα δεινά που καταλογίζει στη θρησκεία μπορεί να αληθεύουν, αλλά δεν αρκούν για να αποδείξουν τη μη ύπαρξη του θεού – παρά μόνο ίσως την ύπαρξη ενός κακού θεού. Κάπου εδώ ξεκινάει το βιβλίο του Ντόκινς.
| ||
|
Οι επιστήμες της ζωής γοήτευσαν τον Τζέιμς Γουότσον από τα παιδικά του χρόνια, όταν πέρναγε ατέλειωτες ώρες με τον πατέρα του παρατηρώντας πουλιά στα λιβάδια του Ιλινόι ή όταν μαγνητιζόταν από το εκλαϊκευτικό βιβλίο του Ερβιν Σρέντιγκερ, εκ των θεμελιωτών της Κβαντικής Φυσικής, «Τι είναι ζωή»; Στο πανεπιστήμιο του Σικάγο είχε την τύχη να εργασθεί υπό την καθοδήγηση ενός σπουδαίου ερευνητή, του Σαλβαντόρ Λούρια, που θα κέρδιζε αργότερα το βραβείο Νομπέλ για τη δουλειά του πάνω στη φύση των γενετικών μεταλλάξεων.
Από το 1951, άρχισε να εργάζεται στο Κέμπριτζ της Βρετανίας μαζί με τον Φράνσις Κρικ πάνω στη μοριακή δομή του DNA, που θα του χάριζε τρία χρόνια αργότερα μια θέση στην αιωνιότητα. Μια θέση, που οι δύο επιστήμονες και ο συνεργάτης τους Μόρις Γουίλκινς θα έπρεπε κανονικά να μοιραστούν με τη σπουδαία χημικό Ρόζαλιντ Φράνκλιν, ο πρόωρος θάνατος της οποίας της στέρησε το βραβείο Νομπέλ. Ο Γουότσον και οι συνεργάτες του είχαν στηριχθεί σε πολλές ανακαλύψεις της Φράνκλιν, τις οποίες χρησιμοποίησαν χωρίς την έγκρισή της, κάτι που έγινε αντικείμενο σφοδρών κριτικών από την διεθνή επιστημονική κοινότητα.
Το 1988, το αμερικανικό κράτος διορίζει τον Γουότσον επικεφαλής του εξαιρετικά φιλόδοξου και σύνθετου προγράμματος για την αποκωδικοποίηση του ανθρώπινου γονιδιώματος. Ο διακεκριμένος επιστήμονας παραιτείται από τη θέση του αυτή το 1992, επιδεικνύοντας ηθική αδιαλλαξία απέναντι στις προσπάθειες τόσο του δημόσιου Εθνικού Ινστιτούτου Υγείας, όσο και ιδιωτικών εταιρειών, όπως εκείνη του Βέντερ, να πατεντάρουν γονίδια. «Οι άνθρωποι δεν μπορούν να διεκδικούν καμία ιδιοκτησία πάνω στους νόμους της Φύσης», διακηρύσσει χειροκροτούμενος από τους συναδέλφους του.
Οι πρόσφατες δηλώσεις του περί κατωτερότητας των μαύρων ήταν, για πολλούς, κεραυνός εν αιθρία. Ωστόσο, ο γενετιστής Αλεξ Καν υποστηρίζει ότι ο Γουότσον ήταν από πριν τοποθετημένος «στο ρεύμα της ντετερμινιστικής, αγγλοσαξονικής Δεξιάς, ένα παλιό ρεύμα σκέψης που αντιστρατεύεται την ισότητα, αποθεώνει τον επιστημονισμό και φλερτάρει, πού και πού, με το ρατσισμό». Η αλήθεια είναι ότι ο Γουότσον έχει υποστηρίξει και κατά το παρελθόν άκρως προβληματικές θέσεις, όπως ότι οι γυναίκες θα δικαιούνται, στο μέλλον, να προχωρούν στην έκτρωση αν διαπιστώσουν ότι το μελλοντικό παιδί τους έχει το γονίδιο της ομοφυλοφιλίας. Σε διάλεξη που έδωσε στην Καλιφόρνια το 2000, υποστήριξε ότι η σεξουαλική δραστηριότητα είναι και αυτή ζήτημα γονιδίων, για να συμπληρώσει με αμφιλεγόμενο χιούμορ: «Γι’ αυτό έχετε τους Λατίνους εραστές. Δεν έχετε ακούσει, βέβαια, ποτέ για Αγγλο εραστή, μόνο για τον Αγγλο… Ασθενή»! Σε μιαν άλλη διάλεξη, υποστήριξε ότι η βλακεία είναι γενετική ασθένεια που πρέπει να θεραπεύεται - μάλλον για να επιβεβαιώσει ότι η «νόσος» είναι επίκτητη και μάλιστα τόσο μεταδοτική, που δεν είναι ποτέ αργά για να προσβάλει ακόμη και μια αναγνωρισμένη διάνοια.
Καθημερινή, 10.11.2007
| Η σκοτεινή πλευρά μιας επιστημονικής εποποιίας
Του Πετρου Παπακωνσταντινου Καθημερινή, 28.8.2007 Τα ημερολόγια έγραφαν 26 Ιουνίου 2000, όταν διαδραματίσθηκε το πιο εντυπωσιακό, επικοινωνιακό γεγονός στη σύγχρονη ιστορία των επιστημών. Πλαισιωμένος από τους Φράνσις Κόλινς, διευθυντή του Εθνικού Ινστιτούτου Υγείας των ΗΠΑ και τον ομοεθνή του Κρεγκ Βέντερ, ιδρυτή της ιδιωτικής εταιρείας Celera Genomics, ο Μπιλ Κλίντον ανακοίνωσε ότι, στην αυγή της τρίτης χιλιετίας, ο άνθρωπος είχε πλέον στα χέρια του το «Ιερό Δισκοπότηρο» της βιολογικής έρευνας: την αποκωδικοποίηση του ανθρώπινου γονιδιώματος. Το πρώτο σοκ Στην πανηγυρική τελετή, που μεταδιδόταν από τους δορυφόρους σ’ όλες τις χώρες του κόσμου, παρενέβη μέσω τηλεδιάσκεψης και ο Τόνι Μπλερ. «Επιτέλους, διαβάσαμε το χειρόγραφο του Θεού», ήταν μια από τις μεσσιανικές διακηρύξεις που έκαναν τον γύρο του κόσμου, συνοδευόμενες από πιο πρακτικές υποσχέσεις για νέα φάρμακα και προσωποποιημένες, γονιδιακές θεραπείες που θα αντιμετωπίσουν και τις πιο δύσκολες ασθένειες. Επτά χρόνια αργότερα, η αμφιλεγόμενη συμπεριφορά δύο εκ των πρωταγωνιστών αυτής της επιστημονικής εποποιίας φέρνουν σε πρώτο πλάνο την άλλη, σκοτεινή όψη της. Το πρώτο σοκ ήρθε από τον 79χρονο Τζέιμς Γουότσον, ο οποίος μοιράστηκε το 1962 το βραβείο Νομπέλ Ιατρικής με τους Φράνσις Κρικ και Μόρις Γουίλκινς για την ανακάλυψη της διπλής έλικας του DNA. Σε συνέντευξή του στους Sunday Times, ο Γουότσον δήλωσε ότι είναι «βαθιά απαισιόδοξος για το μέλλον της Αφρικής». Γιατί; Διότι «όλες οι αναπτυξιακές πολιτικές μας βασίζονται στην παραδοχή ότι το διανοητικό τους επίπεδο (των μαύρων Αφρικανών) είναι το ίδιο με το δικό μας (των λευκών Δυτικών), παρότι όλα τα τεστ δείχνουν ότι αυτό δεν ισχύει». Και συμπλήρωσε: «Ολοι όσοι απασχολούν μαύρους εργαζόμενους ξέρουν περί τίνος πρόκειται». Οι δηλώσεις Γουότσον προκάλεσαν παγκόσμιο σάλο. Πού τελειώνει η θετική, επιστημονική γνώση και πού αρχίζουν οι κοινωνικές προκαταλήψεις και οι φυλετικοί μύθοι; Μήπως είχε δίκιο ο Τ.Σ. Ελιοτ όταν έλεγε ότι η Νεωτερικότητα θυσίασε τη σοφία για τη γνώση; Αλλά προτού κοπάσει ο θόρυβος, ήρθε ένα δεύτερο, διαφορετικής ποιότητας, σοκ, αυτήν τη φορά από τον Κρεγκ Βέντερ. Εχοντας ιδρύσει μία ακόμη ιδιωτική εταιρεία, την Synthetic Genomics, ο Βέντερ και οι συνεργάτες του δήλωσαν ότι βρίσκονται πολύ κοντά στο να δημιουργήσουν την πρώτη μορφή συνθετικής ζωής - ένα κύτταρο βακτηρίου δημιουργημένο με χημικές διαδικασίας στο εργαστήριο, ξεκινώντας από τους δομικούς λίθους του DNA. Ο Βέντερ εκμυστηρεύεται ότι θέλει να φέρει την ανθρωπότητα «σε ένα νέο στάδιο της εξέλιξης των ειδών» και ότι οραματίζεται τη μέρα όπου «πλάσματα κατασκευασμένα από μονάδες DNA θα κάθονται μπροστά στον υπολογιστή τους και θα σχεδιάζουν άλλα πλάσματα». Δεν μοιράζονται όλοι την αισιοδοξία του Βέντερ για την εξαγγελθείσα «Δεύτερη Γένεση». Ο νομπελίστας σερ Πολ Νούρσε, επικεφαλής του βρετανικού Ινστιτούτου Καρκίνου, προειδοποιεί για τον κίνδυνο ενός «γενετικού απαρτχάιντ» αν αφεθούν στο έλεος των τυφλών νόμων της αγοράς τα επιτεύγματα της Γενετικής. Στα επόμενα είκοσι χρόνια, εξηγεί ο Βρετανός επιστήμονας, τα παιδιά μπορεί να στιγματίζονται με γενετικές ταυτότητες από τη γέννησή τους. Ασφαλιστικές εταιρείες και εργοδότες μπορεί να «ξεγράφουν» όσους έχουν την άλφα ή βήτα κληρονομική προδιάθεση, δημιουργώντας ένα ολόκληρο «γενετικό υποπρολεταριάτο» από τη μια πλευρά και μια αριστοκρατία των «γενετικώς ορθών» από την άλλη. Ηδη ο Βέντερ προσφέρει στους πλούσιους τη δυνατότητα να αποκτήσουν την αποκρυπτογράφηση του γονιδιώματός τους αντί 710.000 δολαρίων, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για τη μακροημέρευση και την ποιότητα ζωής τους. Ενα άλλο, κρίσιμο ερώτημα είναι μέχρι πού μπορεί να φτάσει ο σφετερισμός της ίδιας της ζωής και της γενετικής κληρονομιάς των λαών από τις κερδοσκοπικές επιχειρήσεις. Η αρχή έγινε το 1971, όταν ένας Ινδός μικροβιολόγος, ονόματι Ανάντα Σακραμπάρτι, υπάλληλος της General Electric, αξίωσε να του κατοχυρωθεί πατέντα για γενετικώς τροποποιημένο οργανισμό που είχε την ικανότητα να απορροφά πετρέλαιο από τη θάλασσα. Το γραφείο Ευρεσιτεχνιών των ΗΠΑ απέρριψε την τερατώδη, για την πνευματική ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής, αξίωση να πατενταρισθεί μια μορφή ζωής. Ωστόσο, το 1980, όταν οι κυρίαρχες ιδέες περί επιχειρηματικότητας και δημόσιου αγαθού είχαν υποστεί βαθύτατη μετάλλαξη, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, με οριακή πλειοψηφία 5-4, κατοχύρωσε, τελικά, την πρώτη πατέντα για ζωντανό οργανισμό. Και το 1991, όταν ο Κρεγκ Βέντερ ζητούσε να πατεντάρει, για λογαριασμό της ιδιωτικής εταιρείας του, 2.000 γονίδια που εμπλέκονται στον σχηματισμό νευρώνων του εγκεφάλου -εκμεταλλευόμενος το συλλογικό έργο των επιστημόνων στο δημόσιο σύστημα υγείας, όπου εργαζόταν μέχρι πρότινος- οι αντιδράσεις της επιστημονικής κοινότητας έμοιαζαν πια με μάχες οπισθοφυλακών. Οι ενστάσεις αυτές δεν μπορούν, βεβαίως, να μηδενίσουν τα τεράστια, ευεργετικά επιτεύγματα της Γενετικής και της Βιοτεχνολογίας. Ούτε νομιμοποιούν ουτοπικές, ούτως ή άλλως, εκκλήσεις για περιορισμό της επιστημονικής έρευνας στο όνομα των κινδύνων που αυτή εγκυμονεί για το περιβάλλον και την υγεία του ανθρώπου. Υπενθυμίζουν μόνο την προειδοποίηση του Αϊνστάιν ότι, ελλείψει δημοκρατικού, κοινωνικού ελέγχου, «η τεχνολογική πρόοδος θα μοιάζει πάντα με τσεκούρι στα χέρια παθολογικού εγκληματία». |
![]()